«Έπρεπε μονομιάς να ξεκινήσουμε τα πάντα από το μηδέν»

«Έπρεπε μονομιάς να ξεκινήσουμε τα πάντα από το μηδέν» thumb

Σε μια εκτενή, λεπτομερή και αποκαλυπτική ανασκόπηση των πρώτων τεσσάρων αγωνιστικών της τρέχουσας περιόδου, αλλά και της συνολικής θητείας του στον πάγκο της ΑΕΛ προχώρησε ο Ούγκο Μαρτίνς.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ο Πορτογάλος τεχνικός παραχώρησε μια εκ βαθέων συνέντευξη στην ιστοσελίδα Bola na Rede και, μεταξύ πολλών άλλων, αναφέρθηκε και στην παρουσία του στον λεμεσιανό σύλλογο.

Ακολούθως παρατίθεται το σχετικό απόσπασμα: 

«Στις 29 Οκτωβρίου συμπληρώνεται ένας χρόνος από τη μετακίνησή μου στην ΑΕΛ. Κληρονομήσαμε μία ομάδα που είχε χτιστεί ήδη να παίζει μ’ ένα συγκεκριμένο σύστημα και με παίκτες για μια δυναμική εντελώς διαφορετική από αυτήν που προτιμούμε.

Καταβάλαμε τεράστια προσπάθεια: έπρεπε να προσαρμόσουμε τις ιδέες μας στο διαθέσιμο υλικό, καθώς οι παίκτες δεν θα μπορούσαν να αποδώσουν το ποδόσφαιρο που εμείς επιδιώκουμε. Ήταν μια διαδικασία ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα αλλά και εξαιρετικά δύσκολη, η οποία όμως κρίνεται τελικά θετική. Ήμασταν μια ομάδα που αγωνιζόταν συνήθως με μεσαία ή χαμηλή αμυντική διάταξη (block), παίζοντας με πεντάδα στην άμυνα, όπου το επιθετικό σκέλος βασιζόταν σχεδόν αποκλειστικά στις μεταβάσεις (transitions). Είχαμε ελάχιστο έλεγχο του παιχνιδιού με την κατοχή της μπάλας: την παραχωρούσαμε στον αντίπαλο και πιέζαμε για λάθη σε συγκεκριμένους χώρους, ώστε οι παίκτες μας να μπορούν να βγουν στην αντεπίθεση. Αν και αυτό ήταν κάπως αντίθετο με τη φιλοσοφία μας, καταφέραμε να πάρουμε το μέγιστο δυνατό από την απόδοση της ομάδας.

Φτάσαμε στα ημιτελικά του Κυπέλλου Κύπρου και παλέψαμε μέχρι το τελευταίο παιχνίδι για την είσοδο στην πρώτη εξάδα. Παρόλο που δεν πετύχαμε τον βασικό μας στόχο, θεωρώ το συνολικό αποτέλεσμα θετικό, καθώς η ατομική ποιότητα των παικτών δεν συμβάδιζε με τις απαιτήσεις ενός συλλόγου όπως η ΑΕΛ -εξ ου και οι πολλές αλλαγές στο ρόστερ.

Ουσιαστικά χτίσαμε μια νέα ομάδα: παρέμειναν μόνο έξι παίκτες από την περσινή σεζόν και προσθέσαμε 15 ή 16 νέα μεταγραφικά αποκτήματα. Από την πρώτη μέρα, επιδιώξαμε να εφαρμόσουμε ένα εντελώς διαφορετικό στυλ παιχνιδιού, με πιο ψηλά τοποθετημένη αμυντική γραμμή και την ικανότητα να ελέγχουμε και να κατευθύνουμε τον αντίπαλο μέσω εναλλαγών στον άξονα του παιχνιδιού. Έχοντας άνεση με την μπάλα, αποφασίζαμε πότε να επιταχύνουμε και πότε να διατηρήσουμε την κατοχή, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή -κάτι που δεν μπορούσαμε να κάνουμε την προηγούμενη σεζόν.

Στο πρώτο παιχνίδι της σεζόν, εντός έδρας απέναντι στην Ανόρθωση, παίξαμε με μεγάλη ποιότητα, αλλά στα πρώτα λεπτά του δευτέρου ημιχρόνου τραυματίστηκε ο Χαμζά Τσατάκοβιτς -ένας επιθετικός του τύπου που πραγματικά θέλαμε, πολύ ενεργός στο παιχνίδι, που οπισθοχωρεί για να συνδεθεί με τους μέσους. Είχαμε ήδη τον Γιανίκ Γκομίς, έναν παίκτη με μεγάλη εμπειρία στο πρωτάθλημα (πρωταθλητής με τον Άρη), αλλά με διαφορετικά χαρακτηριστικά, καθώς επιτίθεται στον κενό χώρο και προωθεί το παιχνίδι μπροστά. Τελικά κερδίσαμε εκείνο το πρώτο παιχνίδι, αλλά και οι δύο υπέστησαν σοβαρούς τραυματισμούς -έξι και εννέα μηνών αντίστοιχα- γεγονός που μας ανάγκασε να ξεκινήσουμε τα πάντα από το μηδέν, ειδικά όσον αφορά τη διαδικασία της επίθεσης.

Στο δεύτερο παιχνίδι αντιμετωπίσαμε το ΑΠΟΕΛ και νομίζω ότι δεν μπορέσαμε να απεμπλακούμε από το βάρος εκείνων των απωλειών. Όταν μπήκα στα αποδυτήρια μετά τη νίκη στο πρώτο παιχνίδι -και συνήθως δεν μιλάω μετά τους αγώνες, είτε κερδίζουμε είτε χάνουμε- η ατμόσφαιρα θύμιζε ήττα. Ο αντίκτυπος της απουσίας τους ήταν έντονος, όχι μόνο λόγω της επαγγελματικής τους αξίας, αλλά κυρίως για όσα προσέφεραν και προσφέρουν στην ομάδα ως άνθρωποι.

Έπρεπε να επανασχεδιάσουμε τον τρόπο επίθεσης. Ευτυχώς, δύο μέρες πριν από το παιχνίδι με την Ανόρθωση καταφέραμε να αποκτήσουμε τον Γιοβέτιτς: έναν εντυπωσιακό παίκτη, για μένα τον καλύτερο παίκτη του κυπριακού πρωταθλήματος την περασμένη σεζόν (και ελπίζω να είναι και φέτος). Είναι εξαιρετικός άνθρωπος και επαγγελματίας· θα έλεγα μάλιστα ότι είναι ο καλύτερος παίκτης, με τον οποίο έχω συνεργαστεί ποτέ, τόσο όσον αφορά την καριέρα του όσο και την καθημερινή του συνέπεια και ποιότητα. Όσο υψηλότερο είναι το επίπεδο, στο οποίο αγωνίζονται οι παίκτες, τόσο μεγαλύτερη είναι και η επαγγελματική τους συνείδηση. Τελικά αναγκάστηκε να παίξει ως «εννιάρι», παρόλο που δεν είναι κλασικό «εννιάρι» -είναι δεύτερος επιθετικός, ένα «δεκάρι», ένας παίκτης που του αρέσει να οπισθοχωρεί, να συμμετέχει στην κυκλοφορία της μπάλας, να βγάζει την τελική πάσα αλλά και να εκτελεί. Αυτό μας ανάγκασε να ζητήσουμε από τους ακραίους επιθετικούς μας ενέργειες εντελώς διαφορετικές από εκείνες που θα έκαναν, αν αγωνίζονταν οι Χάμζα και Γκομίς.

Στον αγώνα με τον ΑΠΟΕΛ αντιμετωπίσαμε ένα «μπλοκάρισμα», όχι μόνο τακτικό αλλά και συναισθηματικό: ήταν μια καταστροφή [ήττα με 6-0] που γέννησε πολλές αμφιβολίες στον προπονητή, στους φιλάθλους και σε ό,τι αφορούσε τις προσδοκίες για το DNA της ομάδας. Μετά από ένα πειστικό και κυριαρχικό πρώτο παιχνίδι, μια τέτοια ήττα κλόνισε τη σταθερότητά μας.

Παρά ταύτα, το προπονητικό επιτελείο κι εγώ συμμετείχαμε ενεργά στη συγκρότηση αυτού του ρόστερ, σε συνεργασία με τον αθλητικό διευθυντή. Γνωρίζαμε ότι η εξέλιξη της ομάδας ίσως απαιτούσε χρόνο, αλλά και ότι το ρόστερ διέθετε την ποιότητα για να αποδώσει πολύ καλύτερα σε σχέση με πέρυσι. Το επόμενο παιχνίδι ήταν δύσκολο από συναισθηματική άποψη, καθώς δεν είναι εύκολο να ξεπεράσεις μια ήττα με 6-0. Δεν κάναμε εξαιρετική εμφάνιση -μάλιστα, δεν παίξαμε καθόλου καλά- αλλά το θετικό στοιχείο ήταν ότι σκοράραμε στο τελευταίο δευτερόλεπτο. Αυτό έδειξε χαρακτήρα: στα τελευταία 15 με 20 λεπτά είχαμε τον έλεγχο απέναντι στον αντίπαλο, κυριαρχούσαμε στο παιχνίδι, δημιουργούσαμε ευκαιρίες και αντιδρούσαμε δυναμικά όταν χάναμε την κατοχή της μπάλας.

Ακολούθησε το παιχνίδι με την Πάφο, το οποίο ήταν σχεδόν άψογο από τακτική, στρατηγική και ψυχολογική άποψη. Μας αφήνει πολύ θετικά συναισθήματα. Στο διάστημα της διακοπής των τριών εβδομάδων θα μπορέσουμε να δουλέψουμε σε ορισμένους τομείς (παρά τις απουσίες αρκετών διεθνών παικτών) και πιστεύω ότι τα επόμενα δύο παιχνίδια θα είναι καθοριστικά για να κατανοήσουμε την πραγματική μας ταυτότητα».